Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επίκριση οι επικρίσεις
      γενική της επίκρισης
& επικρίσεως
των επικρίσεων
    αιτιατική την επίκριση τις επικρίσεις
     κλητική επίκριση επικρίσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επίκριση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επίκριση θηλυκό

  1. Δυσμενής κριτική εις βάρος κάποιου


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία