Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κρίσιμος η κρίσιμη το κρίσιμο
      γενική του κρίσιμου της κρίσιμης του κρίσιμου
    αιτιατική τον κρίσιμο την κρίσιμη το κρίσιμο
     κλητική κρίσιμε κρίσιμη κρίσιμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κρίσιμοι οι κρίσιμες τα κρίσιμα
      γενική των κρίσιμων των κρίσιμων των κρίσιμων
    αιτιατική τους κρίσιμους τις κρίσιμες τα κρίσιμα
     κλητική κρίσιμοι κρίσιμες κρίσιμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρίσιμος < αρχαία ελληνική κρίσιμος < κρίσις < κρίνω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική critique[1])

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkɾi.si.mos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈkɾi.si.mi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈkɾi.si.mo/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κρίσιμος, -η, -ο

  1. που θα κρίνει, που θα έχει δηλαδή αποφασιστικό χαρακτήρα για την εξέλιξη ή την κατάληξη μιας υπόθεσης
    η σημερινή ψηφοφορία είναι κρίσιμη για το μέλλον της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα
  2. (συνεκδοχικά) που εμπεριέχει κίνδυνο
    η θεραπεία βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία