Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κίνδυνος κίνδυνοι
γενική κινδύνου κινδύνων
αιτιατική κίνδυνο κινδύνους
κλητική κίνδυνε κίνδυνοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κίνδυνος < αρχαία ελληνική κίνδυνος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κίνδυνος αρσενικό

  1. οποιαδήποτε δυνατότητα έλευσης απώλειας ή ζημίας (ζωής ή αγαθών)
  2. (πολιτική), (οικονομία), (κοινωνιολογία): κάθε ατέλεια πρόβλεψης, ή άγνοια παραμέτρων, εναλλακτικών γεγονότων, (πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, κ.λπ.)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κίνδυνος < ίσως από το κύων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κίνδυνος αρσενικό

  1. κίνδυνος, τόλμη, τολμηρή επιχείρηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία