Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κινδυνεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κινδυνεύω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /cin.ðiˈne.vo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κιν‐δυ‐νεύ‐ω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κινδυνεύω, αόρ.: κινδύνεψα/κινδύνευσα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. αντιμετωπίζω κίνδυνο, βρίσκομαι σε επικίνδυνη θέση ή κατάσταση
    Οδηγώντας υπό την επήρρεια αλκοόλ κινδυνεύεις να έχεις ατύχημα.
  2. απειλούμαι από καταστροφή
    Το οικοσύστημα της λίμνης κινδυνεύει από τα λύματα του εργοστασίου.
  3. απειλείται η ζωή μου
    ο ανθενής κινδύνεψε να πεθάνει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κινδυνεύω < κίνδυν(ος) + -εύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κινδυνεύω

  1. (αμετάβατο) κινδυνεύω, βρίσκομαι σε κίνδυνο
  2. (μεταβατικό) (+ δοτική) βάζω κάτι σε κίνδυνο, διακινδυνεύω
  3. (μεταβατικό) (+ απαρέμφατο) κινδυνεύω να ...
  4. (μεταβατικό) (+ απαρέμφατο) φαίνεται πιθανό ότι ...
  5. (+ αιτιατική σύστοιχου αντικειμένου)
    κινδυνεύω την ψευδομαρτυρίαν: κινδυνεύω να κατηγορηθώ ως ψευδομάρτυρας

  ΠηγέςΕπεξεργασία