Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-εύω < αρχαία ελληνική -εύω[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈε.vɔ/

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-εύω (παθητική φωνή: -εύομαι)
επίθημα ρημάτων που προέρχονται

  1. από ουσιαστικά: το υποκείμενο εκτελεί την ενέργεια που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη
    ταξίδι > ταξιδεύω
  2. από επίθετα ή ονόματα που εκφράζουν ιδιότητα: το υποκείμενο έχει αυτές τις ιδιότητες, ή ενεργεί ώστε το αντικείμενο του ρήματος να τις αποκτήσει
    άγριος > αγριεύω

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -εύω στο Βικιλεξικό

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-εύω < αρχαία ελληνική -εύω

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-εύω

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Μεσαιωνικές ελληνικές λέξεις με επίθημα -εύω στο Βικιλεξικό



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-εύω < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-εύω

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Αρχαίες ελληνικές λέξεις με επίθημα -εύω στο Βικιλεξικό