Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντικείμενο αντικείμενα
γενική αντικειμένου αντικειμένων
αιτιατική αντικείμενο αντικείμενα
κλητική αντικείμενο αντικείμενα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντικείμενο < αρχαία ελληνική ἀντικείμενον, ουδέτερο της μετοχής του ρήματος ἀντίκειμαι < ἀντί + κεῖμαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /an.diˈci.mɛ.nɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντικείμενο ουδέτερο

  1. κάθε τι που μπορεί να υποπέσει στις αισθήσεις μας, κυρίως στην όραση και την ακοή, κάθε τι που ανήκει στον εξωτερικό κόσμο
  2. (γραμματική) μέρος του λόγου που λειτουργεί ως αποδέκτης της ενέργειας του ρήματος
    στη φράση "έδωσα το γάλα στη μαμά μου" το "γάλα" είναι άμεσο και η "μαμά" είναι έμμεσο αντικείμενο της πρότασης
  3. (φυσική) το σημείο ή τα σημεία από τα οποία προέρχεται το φως ειδώλου
  4. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) τύπος δεδομένων που περιέχει ταυτόχρονα δεδομένα (ιδιότητες) και υποπρογράμματα (μέθοδοι) και δημιουργείται από το πρότυπο μιας κλάσης με την εκτέλεση του κώδικα της μεθόδου κατασκευής[1]
    συνώνυμα: στιγμιότυπο κλάσης

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους:

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Διομήδης Σπινέλλης, Προγραμματισμός με αντικείμενα, Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Προσπέλαση 26/10/2019