Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέθοδος μέθοδοι
γενική μεθόδου μεθόδων
αιτιατική μέθοδο μεθόδους
κλητική μέθοδε
μέθοδο*
μέθοδοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέθοδος < αρχαία ελληνική μέθοδος < μεθ- (< μετά-) + ὁδός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μέθοδος θηλυκό

  1. ορισμένη συστηματική προγραμματισμένη προσέγγιση προς κάποιο θέμα ή ενέργεια
    η επιστημονική μέθοδος βασίζεται σε παρατηρήσεις και πειράματα που μπορούν να επαναληφθούν με παρόμοια αποτελέσματα
    ανακαλύφθηκε μια καινούργια μέθοδος για τη θεραπεία της νόσου
  2. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) συνάρτηση που ορίζεται μέσα σε κλάση, η οποία εκτελείται εξωτερικά μέσω της επίκλησης της κλάσης (στατική μέθοδος) ή κάποιου αντικειμένου αυτής

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία