Εβραϊκά (he) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

דרך (he) (dérekh) αρσενικό& θηλυκό

  1. τρόπος, μέθοδος
  2. δρόμος, διαδρομή, πορεία