Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τρόπος οι τρόποι
      γενική του τρόπου των τρόπων
    αιτιατική τον τρόπο τους τρόπους
     κλητική τρόπε τρόποι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρόπος < αρχαία ελληνική τρόπος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρόπος αρσενικό

  1. το σύστημα, η μέθοδος, το πώς γίνεται κάτι
  2. (μεταφορικά) φέρσιμο, διαγωγή
  3. οι οχτώ βυζαντινές νότες (διαφέρουν διαστημολογικά απ' τις ευρωπαϊκές νότες)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρόπος < τρέπω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρόπος αρσενικό

  1. τρόπος