Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρόπος < τρέπω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρόπος αρσενικό

  1. τρόπος