Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υδροτροπισμός οι υδροτροπισμοί
      γενική του υδροτροπισμού των υδροτροπισμών
    αιτιατική τον υδροτροπισμό τους υδροτροπισμούς
     κλητική υδροτροπισμέ υδροτροπισμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδροτροπισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υδροτροπισμός αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία