Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ατροποποίητος η ατροποποίητη το ατροποποίητο
      γενική του ατροποποίητου της ατροποποίητης του ατροποποίητου
    αιτιατική τον ατροποποίητο την ατροποποίητη το ατροποποίητο
     κλητική ατροποποίητε ατροποποίητη ατροποποίητο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ατροποποίητοι οι ατροποποίητες τα ατροποποίητα
      γενική των ατροποποίητων των ατροποποίητων των ατροποποίητων
    αιτιατική τους ατροποποίητους τις ατροποποίητες τα ατροποποίητα
     κλητική ατροποποίητοι ατροποποίητες ατροποποίητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατροποποίητος < α- + τροποποιώ + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ατροποποίητος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία