Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παρατροπικός η παρατροπική το παρατροπικό
      γενική του παρατροπικού της παρατροπικής του παρατροπικού
    αιτιατική τον παρατροπικό την παρατροπική το παρατροπικό
     κλητική παρατροπικέ παρατροπική παρατροπικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παρατροπικοί οι παρατροπικές τα παρατροπικά
      γενική των παρατροπικών των παρατροπικών των παρατροπικών
    αιτιατική τους παρατροπικούς τις παρατροπικές τα παρατροπικά
     κλητική παρατροπικοί παρατροπικές παρατροπικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρατροπικός < παρα- + τροπικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παρατροπικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία