Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρά < αρχαία ελληνική παρά

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

παρά

  1. υποδείχνει αντίθεση
    φόραγε γούνα παρά την αφόρητη ζέστη
  2. υποδείχνει κάτι λιγότερο
    έχω εκατό ευρώ παρά κάτι ψιλά
    • (ειδικότερα) σε εκφώνηση ώρας δείχνει πόσα λεπτά υπολείπονται για να γίνει ακριβώς
      δύο παρά δέκα
  3. υποδείχνει εναλλαγή ή εναλλακτική παράλειψη
    βάζε κάτι αλλά όχι σε όλα, κουτί παρά κουτί
  4. με γενική: από, εκ μέρους, (υποδείχνει προέλευση)
    ενημερώθηκαν παρά των δημοσιογράφων
  5. με δοτική: κοντά, κάτω από τη δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα κάποιου:
    υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ
  6. με αιτιατική (λόγιο): αντιθέτως προς
    παρά φύσιν, παρά πάσαν προσδοκίαν


ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρά < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *per

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

παρά

  1. παρά και ειδικότερα: