Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντίθεση < αντί+θέση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντίθεση θηλυκό

  1. η θέση τινός έναντι ή απέναντι άλλου
  2. η εναντίωση, η διαφωνία
  3. η φωτεινή αντίθεση: η διαφορά ισχύος ενός χρώματος, το κοντράστ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία