Δείτε επίσης: αντιθετικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντίθετος η αντίθετη το αντίθετο
      γενική του αντίθετου της αντίθετης του αντίθετου
    αιτιατική τον αντίθετο την αντίθετη το αντίθετο
     κλητική αντίθετε αντίθετη αντίθετο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντίθετοι οι αντίθετες τα αντίθετα
      γενική των αντίθετων των αντίθετων των αντίθετων
    αιτιατική τους αντίθετους τις αντίθετες τα αντίθετα
     κλητική αντίθετοι αντίθετες αντίθετα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντίθετος < αρχαία ελληνική ἀντίθετος < ἀντί + τίθημι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αντίθετος, -η, -ο

  1. που βρίσκεται απέναντι από κάποιον
    στην αντίθετη όχθη
  2. που είναι ενάντιος σε κάποια κατάσταση, που διαφωνεί
    τόσην ώρα προσπαθώ να σου εξηγήσω ότι δεν είμαι αντίθετος στην προσπάθεια που γίνεται αλλά υπάρχει και καλύτερος τρόπος
  3. που είναι ανάποδος ή αντίστροφος
    τα δύο σήματα δείχνουν προς αντίθετες κατευθύνσεις
  4. διαφορετικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία