Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τίθημι < *θίθημι με ανομοίωση ⟨θ - θ > τ - θ⟩ < θέμα *θη- με αναδιπλασιασμό < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰédʰeh₁- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeh₁- (τίθημι, θέτω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

τίθημι, μέση φωνή: τίθεμαι

  1. θέτω, τοποθετώ, βάζω κάτι κάπου
  2. (+αιτιατική ή +δοτική) δίνω κάτι σε κάποιον
  3. (+απαρέμφατο) θεωρώ ή τοποθετούμαι

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

δείτε και τα συγγενικά τους:

θέμα θη-

θέμα θε-

θέμα θω-

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία