Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαμβάνω < αρχαία ελληνική λαμβάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sleh₂gʷ-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /lam.ˈva.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

λαμβάνω

  1. παίρνω
  2. εντοπίζω επιθυμητό σήμα
    αν με λαμβάνει κανείς, ας απαντήσει (από ασύρματο)
  3. (μεταφορικά) καταλαβαίνω
    Δε με λαμβάνεις σήμερα.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαμβάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sleh₂gʷ-

  ΡήμαΕπεξεργασία

λαμβάνω

  1. παίρνω, δέχομαι
  2. καταλαμβάνω
  3. συλλαμβάνω
  4. καταλαβαίνω,αντιλαμβάνομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Εναλλακτικές μορφές: