Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκλαμβάνω < αρχαία ελληνική ἐκλαμβάνω < ἐκ + λαμβάνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκλαμβάνω

  1. αντιμετωπίζω κάτι που λέγεται με έναν ορισμένο τρόπο
    Αυτό τώρα πώς να το εκλάβω; Ως φιλική πρόταση ή ως επίθεση;


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία