Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐκλαμβάνω

  1. παίρνω κάτι από κάποιον άλλον
  2. συλλαμβάνω και μεταφέρω
  3. δέχομαι κάτι
  4. εκλαμβάνω, κατανοώ με έναν ορισμένο τρόπο
  5. επιλέγω
  6. αναλαμβάνω ένα ορισμένο έργο
  7. προσλαμβάνω κάποιον