Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιλέγω < αρχαία ελληνική ἐπιλέγω

  ΡήμαΕπεξεργασία

επιλέγω

  • αποφασίζω για το ποιο προτιμώ μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων, πραγμάτων, λύσεων, σχεδίων κλπ
οι καταναλωτές καλούνται να επιλέξουν μέσα από μια πληθώρα προϊόντων
ο λαός δικαιούται να επιλέξει όσους κρίνει άξιους να τον εκπροσωπήσουν στη Βουλή
ήρθε σε σύγκρουση με την οικογένειά της επιλέγοντας να γίνει πολιτικός

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία