Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική επιλεγόμενος επιλεγόμενη επιλεγόμενο
γενική επιλεγόμενου επιλεγόμενης επιλεγόμενου
αιτιατική επιλεγόμενο επιλεγόμενη επιλεγόμενο
κλητική επιλεγόμενε επιλεγόμενη επιλεγόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιλεγόμενοι επιλεγόμενες επιλεγόμενα
γενική επιλεγόμενων επιλεγόμενων επιλεγόμενων
αιτιατική επιλεγόμενους επιλεγόμενες επιλεγόμενα
κλητική επιλεγόμενοι επιλεγόμενες επιλεγόμενα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιλεγόμενος < μετοχή ενεστώτα του επιλέγομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

επιλεγόμενος αρσενικό

  1. που τον επιλέγουν, που επιλέγεται
    όσοι φοιτητές δεν αλλάζουν επιλεγόμενα μαθήματα δεν χρειάζεται να κάνουν δήλωση
  2. που έχει και δεύτερο όνομα ή δεύτερη ονομασία
    ο ναός της Κοιμήσεως, ο επιλεγόμενος και "των Ψαριανών"
    στον θρόνο ανέβηκε ο Λέων ΣΤ', ο επιλεγόμενος Σοφός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία