Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεδιαλέγω < ξε- + διαλέγω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεδιαλέγω, πρτ.: ξεδιάλεγα, στ.μέλλ.: θα ξεδιαλέξω, αόρ.: ξεδιάλεξα, μτχ.π.π.: ξεδιαλεγμένος

  1. επιλέγω, διαλέγω από ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων κάποια που έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, συνήθως τα καλύτερα σε ποιότητα ή τα χειρότερα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία