Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

vet (en)

  1. κτηνίατρος (από το veterinary surgeon)
  2. βετεράνος (από το veteran)

  ΡήμαΕπεξεργασία

vet (en)

  • ξεδιαλέγω, εγκρίνω ή απορρίπτω κατόπιν κρίσης, επιλέγω λίγα μέσα από τα πολλά
  • εξετάζω κάτι ή κάποιον ή ερευνώ για να δω αν θα δώσω επίσημη έγκριση
The FBI vets all nominees to the Federal bench

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Καταλανικά (ca) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

vet (ca)



Ολλανδικά (nl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

audio 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

vet (nl)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

vet (nl)



Ουγγρικά (hu) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ήχος 

  ΡήμαΕπεξεργασία

vet (hu)

  1. πετάω, ρίχνω κάτι
  2. σπέρνω
    ki mint vet úgy arat - όπως σπέρνει κανείς έτσι θερίζει



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

vet (pt)

  1. κτηνίατρος
  2. βετεράνος



Σουηδικά (sv) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

vet (sv)

  1. ενεστώτας του veta; ξέρω, γνωρίζω
    jag vet inte - δεν ξέρω