Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λίπος τα λίπη
      γενική του λίπους των λιπών
    αιτιατική το λίπος τα λίπη
     κλητική λίπος λίπη
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λίπος < αρχαία ελληνική λίπος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική graisse και αγγλική fat)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λίπος ουδέτερο

  1. το πάχος
  2. κάθε λιπαρή ουσία
  3. τα λιπίδια, κατηγορία χημικών ενώσεων με ανάλογη σύσταση / ιδιότητες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία