Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ουσία οι ουσίες
      γενική της ουσίας των ουσιών
    αιτιατική την ουσία τις ουσίες
     κλητική ουσία ουσίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ουσία < αρχαία ελληνική οὐσία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /u.ˈsi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ουσία θηλυκό

  1. κάθε τι υλικό, συνήθως σε ρευστή μορφή
     συνώνυμα: η ύλη
    χρωστική / χημική / λιπαρή / βλαβερή ουσία
  2. το σύνολο των στοιχείων από τα οποία αποτελείται κάτι και καθορίζουν την ύπαρξή του
     συνώνυμα: το είναι, η υπόσταση
  3. το κεντρικό σημείο, ο πυρήνας ενός θέματος, μιας συζήτησης, ενός πράγματος
     συνώνυμα: επίκεντρο
    έχεις αντιληφθεί την ουσία της συζήτησης;
  4. το αληθινό περιεχόμενο, το σημαντικό στοιχείο
     συνώνυμα: νόημα, σπουδαιότητα
    η ουσία της ζωής / της εργασίας / της συντροφικότητας
  5. το πιο θρεπτικό ή γευστικό στοιχείο της τροφής
    χωρίς αλάτι δεν έχει ουσία το φαγητό
  6. (φιλοσοφία):
    1. οτιδήποτε στοιχειοθετεί τη σταθερή φύση των πραγμάτων, ανεξάρτητα από τις μεταβολές που υφίστανται ή τις πολλαπλές μορφές που μπορεί να έχουν
    2. (Αριστοτέλης) η κατηγορία που καθορίζει την ύπαρξη ενός πράγματος και δεν εξαρτάται από τα συμβεβηκότα του
  7. (πληθυντικός) οι παράνομες εξαρτησιογόνες ουσίες, τα ναρκωτικά

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • επί της ουσίας : πραγματικά, σε σχέση με το αληθινό περιεχόμενο κι όχι τυπικά
  • η ουσία είναι... : το πιο σημαντικό είναι...
  • κατ’ ουσίαν : στην πραγματικότητα
  • στην ουσία : στην πραγματικότητα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία