Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ουσιαστικοποίηση οι ουσιαστικοποιήσεις
      γενική της ουσιαστικοποίησης
ουσιαστικοποιήσεως*
των ουσιαστικοποιήσεων
    αιτιατική την ουσιαστικοποίηση τις ουσιαστικοποιήσεις
     κλητική ουσιαστικοποίηση ουσιαστικοποιήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ουσιαστικοποίηση < ουσιαστικό + -ποίηση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ουσιαστικοποίηση θηλυκό

  • η διαδικασία κατά την οποία μετατρέπεται σε ουσιαστικό ένα άλλος μέρος του λόγου (π.χ. επίθετο, μετοχή, απαρέμφατο)
η ουσιαστικοποίηση του απαρεμφάτου "φαγεῖν" στη μεσαιωνική λέξη "το φαγίν" μείωσε σημαντικά, αλλά δεν εξαφάνισε αυτομάτως, την απαρεμφατική χρήση της ομόηχης λεξης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία