Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποιώ < ποιέω-ποιῶ Φτιάχνω κάτι από το μηδέν ,το φέρνω στην ύπαρξη με την σκέψη μου .Στην Γέννεση χρησιμοποιήται η λέξη "εποίησεν" ο ΘΕΟΣ ,έφερε τα πάντα σε ύπαρξη στην ζωή, τον κόσμο ,τον άνθρωπο από το "μηδέν"

  ΡήμαΕπεξεργασία

ποιώ (παθητικό : ποιούμαι)

  1. κατασκευάζω, δημιουργώ, κάνω κάτι, εκτελώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης: ποιέω, ποιούμαι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία