Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ποιείο < αρχαία ελληνική -ποιείον < ποιῶ (δεύτερο συνθετικό λέξεων όπως οπλοποιείον

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ποιείο

φανοποιείο
οινοποιείο
βυνοποιείο
σαπωνοποιείο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία