Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ποιία < αρχαία ελληνική -ποιία < ποιέω

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ποιία

  1. το χώρο (εργαστήριο, εργοστάσιο κ.ά.) παραγωγής του πρώτου συνθετικού
    αρτοποιία, χαρτοποιία
  2. τη γνώση ή την τεχνική για τη δημιουργία του πρώτου συνθετικού
    γεφυροποιία, μελοποιία