Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χαρτοποιία οι χαρτοποιίες
      γενική της χαρτοποιίας των χαρτοποιιών
    αιτιατική τη χαρτοποιία τις χαρτοποιίες
     κλητική χαρτοποιία χαρτοποιίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαρτοποιία < χαρτο- + -ποιία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαρτοποιία θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία