Ελληνικά (el) Edit

  Ετυμολογία Edit

-ποιώ < αρχαία ελληνική -ποιέω / -ποιῶ < ποιέω / ποιῶ

  ΕπίθημαEdit

-ποιώ

Συγγενικές λέξειςEdit

  ΜεταφράσειςEdit