Δείτε επίσης: συνῃρημένος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συνηρημένος η συνηρημένη το συνηρημένο
      γενική του συνηρημένου της συνηρημένης του συνηρημένου
    αιτιατική τον συνηρημένο τη συνηρημένη το συνηρημένο
     κλητική συνηρημένε συνηρημένη συνηρημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συνηρημένοι οι συνηρημένες τα συνηρημένα
      γενική των συνηρημένων των συνηρημένων των συνηρημένων
    αιτιατική τους συνηρημένους τις συνηρημένες τα συνηρημένα
     κλητική συνηρημένοι συνηρημένες συνηρημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνηρημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συναιρώ, (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνῃρημένος (ελαττωμένος) του συναιρέω / συναιρῶ.
για τον όρο της γραμματικής: (σημασιολογικό δάνειο) νεολατινική contractus, μετοχής του contrahō όπως στην έκφραση verba contracta (συνηρημένα ρήματα)[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /si.ni.ɾiˈme.nos/

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συνηρημένος

  • που έχει προκύψει από συναίρεση
    το τιμώ είναι συνηρημένος τύπος του τιμάω
    συνηρημένα ουσιαστικά, επίθετα, ρήματα

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία