Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τιμάω < τιμ(ώ} + νεοελληνικό επίθημα -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τιμῶ, συνηρημένος τύπος του τιμάω > τιμή

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tiˈma.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τι‐μά‐ω

  ΡήμαΕπεξεργασία

τιμάω/τιμώ, αόρ.: τίμησα, παθ.φωνή: τιμώμαι, π.αόρ.: τιμήθηκα, μτχ.π.π.: τιμημένος

  1. προσφέρω τιμές, σέβομαι
  2. εορτάζω μια επίσημη γιορτή ή τη μνήμη ενός σημαντικού γεγονότος
  3. απονέμω μια επίσημη διάκριση
  4. (μεταφορικά) χρησιμοποιώ
  5. τιμώμαι: έχω μια τιμή, κοστίζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τιμάω < τιμ(ή) + -άω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷi-mā- < *kʷei- (τιμή, αξία)
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  τιμάω - τιμῶ   τιμάομαι - τιμῶμαι 
Παρατατικός  ἐτίμων   ἐτιμώμην 
Μέλλοντας  τιμήσω   τιμήσομαι & τιμηθήσομαι 
Αόριστος  ἐτίμησα   ἐτιμησάμην & ἐτιμήθην 
Παρακείμενος  τετίμηκα   τετίμημαι 
Υπερσυντέλικος  ἐτιμήκειν   ἐτετιμήμην 
Συντελ.Μέλλ.  τετιμηκώς ἔσομαι   τετιμήσομαι 

  ΡήμαΕπεξεργασία

τιμάω / τιμῶ

  1. εκτιμώ
  2. σέβομαι
  3. εκτιμώ την αξία κάποιου ή κάτι
  4. επιβάλλω την ποινή κάποιου κα.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

σημασία με τις προθέσεις:

  • ἀντι- (αντιπροτείνω άλλη ποινή)
  • ἀπo- (περιφρονώ, ορίζω την τιμή κάποιου πράγματος για εκτίμηση)
  • ὑπο- (ως δικανικός όρος αντιπροτείνω άλλη τιμή ως το ἀντιτιμῶμαι)
  • προσ- (επιβάλλω επιπλέον ποινή απ' ότι ορίζει ο νόμος), προσαπο-
  • ἐν- (ἐντιμῶμαι= συνυπολογίζομαι)

Επίσης

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία