Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσφέρω < προς + φέρω

  ΡήμαΕπεξεργασία

προσφέρω

  1. δίνω κάτι σε κάποιον αφιλοκερδώς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία