Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σερβίρω < ιταλική servire

  ΡήμαΕπεξεργασία

σερβίρω

  1. Προσφέρω φαγητό ή ποτό σε κάποιον
    Έψηνε τους καφέδες και τους σέρβιρε η ίδια μέσα στη σιωπή. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία