Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δάνειο τα δάνεια
      γενική του δανείου των δανείων
    αιτιατική το δάνειο τα δάνεια
     κλητική δάνειο δάνεια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δάνειο < αρχαία ελληνική δάνειον < δάνος < δαίω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *da- (διαιρώ, χωρίζω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δάνειο ουδέτερο

  1. (οικονομία) χρηματικό ποσό που έχει δανείσει κάποιος σε άλλον
    πήρα το αυτοκίνητο με άτοκο δάνειο
  2. (γλωσσολογία) λέξη (ή άλλο στοιχείο) μιας γλώσσας που προέρχεται από άλλη γλώσσα
    η λέξη ασανσέρ είναι δάνειο από τα γαλλικά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία