Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δανείζω < αρχαία ελληνική δανείζω < δάνος < δαίω

  ΡήμαΕπεξεργασία

δανείζω, πρτ.: δάνειζα, στ.μέλλ.: θα δανείσω, αόρ.: δάνεισα, παθ.φωνή: δανείζομαι, μτχ.π.π.: δανεισμένος

  1. παραχωρώ προσωρινά σε κάποιον κάτι που μου ανήκει και αυτός έχει την υποχρέωση να μου το επιστρέψει
    του δάνεισα το βιβλίο μου
  2. δίνω σε κάποιον χρήματα και αυτός έχει υποχρέωση να μου τα επιστρέψει με τόκο
    η τράπεζά μας σας δανείζει με τα χαμηλότερα επιτόκια της αγοράς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία