Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιστρέφω < αρχαία ελληνική ἐπιστρέφω

  ΡήμαΕπεξεργασία

επιστρέφω, πρτ.: επέστρεφα, στ.μέλλ.: θα επιστρέψω, αόρ.: επέστρεψα, παθ.φωνή: επιστρέφεται

  1. γυρίζω πίσω, έρχομαι πάλι στον τόπο από τον οποίο είχα φύγει κάποτε
  2. γυρίζω πίσω, δίνω σε κάποιον κάτι που μου είχε δώσει

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία