Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρέφω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρέφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *strebʰ-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈstɾe.fo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στρέ‐φω

  ΡήμαΕπεξεργασία

στρέφω, αόρ.: έστρεψα, παθ.φωνή: στρέφομαι, π.αόρ.: στράφηκα, μτχ.π.π.: στραμμένος

  1. γυρίζω κάποιον ή κάτι προς κάποια άλλη κατεύθυνση
  2. (μεταφορικά) αλλάζω τρόπο θέασης και προσέγγισης των πραγμάτων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
στρεφ- στροφ- 

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Παθητική φωνή → λείπει η κλίση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρέφω < άγνωστης ετυμολογίας. Μεγάλη ποικιλία μεταπτωτικών βαθμίδων με εκφραστική εναλλαγή β, φ • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΡήμαΕπεξεργασία

στρέφω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • (Χρειάζεται επεξεργασία) κατά θέμα:

θέμα στραβ- στρεβ- στρεφ-μ > στρεμμ στρεπ- (στρεψ-)
θέμα στροβ-

θέμα στρομβ-

θέμα στροφ- (δείτε τα συγγενικά και τα σύνθετά τους)

επίσης, → δείτε τη λέξη στρίβω

  ΠηγέςΕπεξεργασία