Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μυαλό τα μυαλά
      γενική του μυαλού των μυαλών
    αιτιατική το μυαλό τα μυαλά
     κλητική μυαλό μυαλά
Παράρτημα
 
βραστό μυαλό αρνιού

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μυαλό < μεσαιωνική ελληνική μυαλόν < μυαλός < ελληνιστική κοινή μυαλός < αρχαία ελληνική μυελός[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɲaˈlɔ/
audio 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μυαλό ουδέτερο

  1. η φαιά ουσία μέσα στο κρανίο ανθρώπων και ζώων
  2. το νοητικό και ψυχοπνευματικό κέντρο των ζώντων οργανισμών
  3. το αποτέλεσμα της εγκεφαλικής λειτουργίας, ένας εγκέφαλος σε λειτουργία, η νοητική και βιωματική (εκ των έσω) απόδοση του εγκεφάλου
  4. ιδιαίτερα ευφυής άνθρωπος
    Η κόρη σας είναι εξαίρετο μυαλό. (Πέτρος Μάρκαρης, Βασικός μέτοχος)
  5. η ψυχή καθώς ελέγχει τον εγκέφαλο
  6. το μυαλό ως έδεσμα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία