Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ξεμυαλίστρα οι ξεμυαλίστρες
      γενική της ξεμυαλίστρας
    αιτιατική την ξεμυαλίστρα τις ξεμυαλίστρες
     κλητική ξεμυαλίστρα ξεμυαλίστρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεμυαλίστρα < ξεμυαλιστής + κατάληξη θηλυκού -τρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξεμυαλίστρα θηλυκό

→ δείτε τη λέξη ξεμυαλιστής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία