Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική -τρα -τρες
γενική -τρας -τρών
αιτιατική -τρα -τρες
κλητική -τρα -τρες
Συνήθως χωρίς γενική πληθυντικού.
  1. -τρα < μεσαιωνική ελληνική -τρα < αρχαία ελληνική -τρια (-ίστρα < από ρήματα σε -ίζω)
  2. -τρα < αρχαία ελληνική -τρα (-ίστρα < από ρήματα σε -ίζω)

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-τρα θηλυκό

  1. επίθημα παραγωγής θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν επάγγελμα ή δραστηριότητα (ενίοτε σε οικείο ύφος)
    ζωοδότης > ζωοδότρα, υφαίνω > υφάντρα
  2. επίθημα παραγωγής θηλυκών μεταρηματικών ουσιαστικών που δηλώνουν αντικείμενο ή συσκευή σχετικά με τη σημασία του ρήματος
    κρεμώ > κρεμάστρα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

πτώση πληθυντικός
ονομαστική -τρα
γενική -τρων
αιτιατική -τρα
κλητική -τρα
-τρα < αρχαία ελληνική -τρα, πληθυντικός του -τρόν

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-τρα ουδέτερο στον πληθυντικό

  Κλιτή μορφή επιθήματοςΕπεξεργασία

-τρα ουδέτερο