Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανακατεύω < ανάκατος

  ΡήμαΕπεξεργασία

ανακατεύω, πρτ.: ανακάτευα, στ.μέλλ.: θα ανακατέψω, αόρ.: ανακάτεψα, παθ.φωνή: ανακατεύομαι, μτχ.π.π.: ανακατεμένος

  1. κάνω ένα μείγμα από διάφορα υλικά και το ανακινώ ώστε να γίνει ομοιογενές
  2. χαλάω την τάξη που υπάρχει σε ένα σύνολο μετακινώντας τα μέρη του
  3. δημιουργώ σε κάποιον ναυτία, αναγούλα
  4. εμπλέκω κάποιον σε μια υπόθεση
  5. δημιουργώ πρόβλημα σε ένα σύνολο ανθρώπων


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία