Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαλάω < χαλ(ώ) + -άω < αρχαία ελληνική χαλῶ < χαλάω

  ΡήμαΕπεξεργασία

χαλάω



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαλάω < προελληνική

  ΡήμαΕπεξεργασία

χαλάω (συνηρημένο: χαλῶ)

  1. χαλαρώνω (κυριολεκτικά και μεταφορικά)
    χαλᾶσθαι τόξα, νεῦρα, τόν πόδα, δεσμά, ἱστόν με αντώνυμο το συντείνειν
    (μεταφορικά) χαλᾶσθαι τὰ τῆς πολιτείας, με αντώνυμο το ἐπιτείνειν
  2. λύνω κάτι δεμένο
  3. ανοίγω τις πύλες, στις φράσεις κλῇθρα χάλασον και πύλας μοχλοῖς χαλᾶτε

ΚλίσηΕπεξεργασία

Ενεργ. ενεστ. χαλάω' και επικός τύποςχαλαίνω, μέλλων χαλάσω, αορ. ἐχάλασα επικός τύπος  και χάλασσα, παρακ. κεχάλακα
Παθ. αόρ. ἐχαλάσθην', παρακ. κεχάλασμαι υπερσ. ἐκεχαλάσμην

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τὴν ὀργήν χάλασον: χαλάρωσε, ας το πάρει το ποτάμι, κάνε πέρα την οργή, παράβλεψέ το

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία