Δείτε επίσης: προκαλῶ, προσκαλώ, προσκαλῶ

Ελληνικά (el)

  Ετυμολογία

προκαλώ < αρχαία ελληνική προκαλέω / προκαλῶ < πρό + καλέω / καλῶ

  Προφορά

ΔΦΑ : /pɾɔ.ka.ˈlɔ/

  Ρήμα

προκαλώ (παθητική φωνή: προκαλούμαι)

  1. γίνομαι η αιτία ενός γεγονότος, ασθένειας, συναισθήματος, δημιουργώ κάτι, προξενώ κάτι, επιφέρω
    το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο
    το γεγονός αυτό προκαλεί ανησυχία
  2. καλώ κάποιον σε αντιπαράθεση
    σε προκαλώ να απαντήσεις!
  3. έχω προκλητική στάση
    • είμαι επιθετικός απέναντι σε κάποιον με σκοπό να δημιουργήσω διαμάχη
      οι οπαδοί της μιας ομάδας προκαλούσαν τους άλλους με βρισιές και χειρονομίες
    • δημιουργώ αρνητικές εντυπώσεις
      αυτή η επίδειξη πλούτου προκαλεί το κοινό αίσθημα
    • προσπαθώ να ερεθίσω σεξουαλικά
      ντύνεται έτσι γιατί της αρέσει να προκαλεί

Συγγενικές λέξεις

  Μεταφράσεις