Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cause (en)

  1. η αιτία
  2. ο σκοπός, η υπόθεση για την οποία κάποιος αγωνίζεται

  ΡήμαΕπεξεργασία

cause (en)

  1. προκαλώ ένα γεγονός, προξενώ
     συνώνυμα: bring about



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

cause < λατινική causa

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Από τη λατινική λέξη causa προέρχεται επίσης και η γαλλική chose.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /koz/
cause 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
cause causes

cause (fr)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία