Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σκοπός οι σκοποί
      γενική του σκοπού των σκοπών
    αιτιατική τον σκοπό τους σκοπούς
     κλητική σκοπέ σκοποί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκοπός < αρχαία ελληνική σκοπός < σκέπτομαι < πρωτοελληνική *sképťomai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skep-ye- < (από μετάθεση) *speḱ- (βλέπω, παρατηρώ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκοπός αρσενικό

  1. αναγνωρισμένη επιθυμητή κατάσταση, στόχος, στόχος επίτευξης
  2. φρουρός, φύλακας, κάποιος που κάνει σκοπιά στο στρατό ή αλλού
  3. η μελωδία τραγουδιού (απόδοση στα ελληνικά του motivo και motif, δηλ. των αντίστοιχων μουσικών όρων στα ιταλικά και γαλλικά)
    ※ "Ζητάτε να σας πω τον πρώτο μου σκοπό..." (τραγούδι από τον Αττίκ)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ο σκοπός αγιάζει τα μέσα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία