Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φύλακας οι φύλακες
      γενική του φύλακα των φυλάκων
    αιτιατική τον φύλακα τους φύλακες
     κλητική φύλακα φύλακες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φύλακας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φύλαξ από την αιτιατική «τὸν φύλακα»

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈfi.la.kas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φύ‐λα‐κας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φύλακας αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που φυλάσσει, που επιτηρεί κάτι φροντίζοντας για την ασφάλειά του ή την ακεραιότητά του ή την καλή λειτουργία του κ.λπ.
    φύλακας άγγελος
  2. (επάγγελμα) υπάλληλος που έχει ως έργο του τη φύλαξη ενός χώρου
    ο φύλακας του σχολείου
  3. (επάγγελμα) σωφρονιστικός υπάλληλος, υπεύθυνος για τη φύλαξη των κρατουμένων σε μια φυλακή

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
φυλακ- φυλαχ- 

θέμα φυλακ-, φυλαχ-

και

θέμα φυλαγ- → δείτε τη λέξη φυλάγω (επίσης: φυλάω, φυλάσσω)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία