Δείτε επίσης: Φύλαξ, φλύαξ

  Ετυμολογία

επεξεργασία
φύλαξ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φύλαξ

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

φύλαξ αρσενικό ή και θηλυκό σε μεταφορικές σημασίες

Κλιτικοί τύποι

επεξεργασία

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Συνώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

(Χρειάζεται επεξεργασία)



↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
φῠλᾰκ-
ονομαστική / φύλαξ οἱ/αἱ φύλακες
      γενική τοῦ/τῆς φύλακος τῶν φυλάκων
      δοτική τῷ/τῇ φύλακ τοῖς/ταῖς φύλαξ(ν)
    αιτιατική τὸν/τὴν φύλακ τοὺς/τὰς φύλακᾰς
     κλητική ! φύλαξ φύλακες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φύλακε
γεν-δοτ τοῖν  φυλάκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
φύλαξ < αβέβαιης ετυμολογίας, πιθανόν προελληνικής αρχής.[1] Ήδη μυκηναϊκή 𐀢𐀨𐀒 (pu-ra-ko), ημιτελές κύριο όνομα *Φυλακο-. Η κατάληξη -αξ δεν έχει εξηγηθεί. Δεν τεκμηριώνονται προτάσεις όπως σύνδεση με: πύλη, φωλεός, πυνθάνομαι ούτε με τη λατινική bubulcus (βουκόλος).[2] Από εδώ, και το ρήμα φυλάσσω < *φυλακ-jω.

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

φύλαξ αρσενικό ή θηλυκό & μεταγενέστρα θηλυκά φυλακίς, φυλάκισσα

  1. (επάγγελμα) φρουρός
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 3, 414a
    τοιαύτη τις, ἦν δ᾽ ἐγώ, δοκεῖ μοι, ὦ Γλαύκων, ἡ ἐκλογὴ εἶναι καὶ κατάστασις τῶν ἀρχόντων τε καὶ φυλάκων, ὡς ἐν τύπῳ, μὴ δι᾽ ἀκριβείας, εἰρῆσθαι.
    Τέτοια λοιπόν μου φαίνεται, Γλαύκων, πως θα είναι, σ᾽ ένα πρώτο σχέδιο και χωρίς να μπαίνομε σ᾽ όλες τις λεπτομέρειες, η εκλογή και ο διορισμός των αρχόντων και των φρουρών.
  2. φύλακας, που προστατεύει

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία
 ετυμολογικό πεδίο 
φυλακ-, φυλαξ-, φυλαγ-, φυλασσ- 

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
  2. φύλακας - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.