Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυλακή φυλακές
γενική φυλακής φυλακών
αιτιατική φυλακή φυλακές
κλητική φυλακή φυλακές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυλακή < αρχαία ελληνική φυλακή (η φρούρηση)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυλακή θηλυκό

  1. χώρος κράτησης καταδίκων
    Οι κρατούμενοι μετήχθησαν από τη φυλακή Κορυδαλλού στη φυλακή Πατρών
  2. ποινή για αδικήματα στα ποινικά δικαστήρια
    Έφαγε δέκα χρόνια φυλακή
  3. ποινή στρατιωτική
    Μου έριξε δέκα μέρες φυλακή για τα κορδόνια!

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία